Nikomachos,
"Φωνή βοώντος εν τή ερήμω" - Hσαΐας (ναι, το έβαλα για να προκαλέσω - όχι για να προσβάλω όμως,
προς θεού)
Παρόλο που πέρασαν (όπως με προειδοποιεί με κόκκινα γράμματα η ανακοίνωση) περισσότερο από 120 μέρες, κατόπιν ώριμης σκέψης είπα να απαντήσω:
Αν δεν είναι αληθινός ο αισθητός κόσμος, τότε
"που να πάμε να σταθούμε" όπως λέει και ο λαός. Διότι αν δεν είναι αληθινός τότε τι είναι αληθινό και πως αυτό μπορείς να το δεχτείς ως αληθινό την στιγμή που απορρίπτεις τις αισθήσεις;
Από την άλλη οι αισθήσεις μας δεν μπορούν να μας δώσουν όλες τις πληροφορίες. Είναι πολλά πράγματα που υπάρχουν αλλά δεν τα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις. Ίσως ένα καλό παράδειγμα να είναι η μαύρη ύλη για την οποία μιλούν τα τελευταία χρόνια οι αστροφυσικοί. Άλλο παράδειγμα ίσως να είναι η βαρύτητα, υπάρχει, το γνωρίζουμε ότι υπάρχει αλλά δεν είναι κάτι που μπορούμε να το δούμε, να το ακούσουμε, να το οσμιστούμε κλπ. Η παρατήρηση (μέσω των αισθήσεων) είναι ο βασικός τρόπος μέσω του οποίου προχώρησε η επιστήμη. Παρατηρώντας την σκιά ενός ραβδιού (μετρώντας την) σε συγκεκριμένη ώρα και για δύο συγκεκριμένες τοποθεσίες, ο
Ερατοσθένης υπολόγισε την περίμετρο της γης (και κατά συνέπεια ότι η γη είναι σφαίρα). Όμως η επιστήμη δεν προχώρησε μόνο με την παρατήρηση και το πείραμα. Υπάρχουν πολλές θεωρίες οι οποίες είχαν διατυπωθεί όταν δεν υπήρχε τρόπος να επαληθευτούν μέσω πειράματος και προφανώς δεν υπήρχε τρόπος να εξαχθούν μέσω παρατήρησης. Οταν ο γερμανοεβραίος Αϊνστάιν διατύπωσε την θεωρία της σχετικότητας, φάνταζε επιστημονική φαντασία. Συνεπώς, μπορούμε μερικές φορές να αναληφθούμε κάποια πράγματα που υπάρχουν χωρίς τις αισθήσεις.
…
Φυσικά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το ερώτημα βασανίζει τους φιλοσόφους από τον καιρό που υπάρχουν φιλόσοφοι. Οι δικές μου γνώσεις είναι περιορισμένες, και το θέμα με έχει απασχολήσει ακροθιγώς τότε που συμπτωματικά έτυχε να παρακολουθήσω και το ‘matrix’ στο οποίο είδα κάποια φιλοσοφικά στοιχεία. Διάβαζα τότε ένα βιβλί
«Ο Πλάτων διέκρινε την πραγματικότητα σε δύο επίπεδα: στον αισθητό κόσμο, κυρίαρχο γνώρισμα του οποίου είναι η μεταβλητότητα των πραγμάτων και των γεγονότων που τον συγκροτούν, και τον ιδεατό κόσμο, ο οποίος διέπεται από την σταθερότητα των οντοτήτων που τον συνθέτουν. Τα αισθητά πράγματα είναι αντικείμενα, όπως, για παράδειγμα, το τραπέζι αυτό που βλέπω απέναντι μου, ή γεγονότα, όπως, λόγου χάριν, το ηλιοβασίλεμα που απολαμβάνω τώρα, τα οποία αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Τα αισθητά πράγματα δεν μπορούμε να τα γνωρίσομε, όχι εξαιτίας κάποιας δικής μας ατέλειας, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Ένας αναγκαίος όρος της γνώσης είναι το πράγμα που λέμε ότι γνωρίζομε να υπάρχει. «Γνωρίζω» σημαίνει «γνωρίζω κάτι». Ο Πλάτων παραθέτει επιχειρήματα με τα οποία θέλει να δείξει ότι τα αισθητά πράγματα, που υποθέτομε ότι υπάρχουν, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, για να μπορούμε να τα γνωρίσομε. Ας υποθέσομε ότι, βλέποντας το τραπέζι αυτό από μια ορισμένη οπτική γωνία, παρατηρώ ότι είναι τετράγωνο και έχει κίτρινο χρώμα. Αν αλλάξω θέση και το δω από ψηλά και διαγωνίως, το τραπέζι παύει να είναι τετράγωνο και γίνεται ρομβοειδές κι αν αλλάξει ο φωτισμός μέσα στο δωμάτιο, παύει να είναι κίτρινο' κι αν πιέσω με δύναμη για ένα χρονικό διάστημα τα μάτια μου και το κοιτάξω, δεν βλέπω ένα τραπέζι, αλλά πολλά μαζί τραπέζια να στροβιλίζονται. Κι αν ... , κι αν ... κι αν ... , το τραπέζι, όπως και κάθε άλλο αισθητό πράγμα, μεταβάλλεται διαρκώς ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες που το παρατηρώ. Όσο κι αν μεταχειριζόμαστε τον όρο «τραπέζι», δεν υπάρχει ένα τραπέζι, αλλά πολλά τραπέζια. Σε ποιο από αυτά αναφέρομαι, όταν μιλάω για το τραπέζι αυτό που βρίσκεται απέναντί μου και το παρατηρώ με τις αισθήσεις μου; Ποιο από αυτά είναι το πραγματικό τραπέζι; ΊΌ ερώτημα αυτό, για τον Πλάτωνα, μένει ανοικτό, είναι αδύνατο ν' απαντηθεί. Στο επιχείρημα αυτό του Πλάτωνος για την ανυπαρξία των αισθητών πραγμάτων θα μπορούσε να παρατεθεί ένα ακόμη επιχείρημά του. Για τον Πλάτωνα, κάθε αισθητό πράγμα έχει έναν αντιφατικό χαρακτήρα. Αν, συγκεκριμένα, ισχυριστώ ότι το τραπέζι αυτό είναι ωραίο, μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι ωραίο από ορισμένες μόνο απόψεις, γιατί από άλλες απόψεις είναι άσχημο. Το τραπέζι αυτό, τελικώς, είναι και δεν είναι ωραίο. Και τούτο μπορούμε να το ισχυριστούμε για όλα τα αισθητά πράγματα: είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν. Τα αισθητά πράγματα, κατά τον Πλάτωνα, είναι όπως οι σκιές ή οι εικόνες στον καθρέφτη, που, καθώς τις βλέπεις από κάποια απόσταση, σου φαίνονται σαν αληθινά πράγματα, αλλά όταν τις πλησιάσεις και τις αγγίξεις, διαπιστώνεις ότι είναι φαντάσματα, ανύπαρκτες οντότητες, καπνός. Σκιές και είδωλα, όμως, τίνων; Των ιδεών, απαντά ο Πλάτων.
Οι ιδέες, για τον Πλάτωνα, που είναι τα πρότυπα, οι μήτρες όλων των πραγμάτων που συναντάμε στην ζωή μας, δεν υπάρχουν στον επίγειο χώρο μας, αλλά βρίσκονται κάπου στον ουρανό, όπου κάποτε τις συναντήσαμε όλοι μας. Ο Πλάτων υιοθέτησε την ορφική δοξασία, σύμφωνα με την οποία η ψυχή μας υπήρχε πριν να γεννηθούμε. Και ήταν ελεύθερη. Με την φυσική γέννησή μας, η ψυχή μας εισήλθε στο σώμα μας και δεσμεύτηκε μέσα του' το σώμα είναι το «σήμα», που στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «ο τάφος», της Ψυχής μας. Πριν, λοιπόν, να γεννηθούμε, λέει ο Πλάτων, η ψυχή μας περιήχθη τους ουράνιους τόπους και εκεί γνώρισε τις ιδέες, τ' αρχέτυπα όλων των αισθητών πραγμάτων.
Οι ιδέες είναι αιώνιες, αναλλοίωτες οντότητες μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Για κάθε κατηγορία αισθητών πραγμάτων υπάρχει μια ιδέα' παραδείγματος χάριν, για όλα τα τραπέζια, που υφίστανται στην γη, υπάρχει στον ουρανό η ιδέα του τραπεζιού, για όλες τις δίκαιες πράξεις, που εκδηλώνονται στον πλανήτη μας, υπάρχει η ιδέα της δικαιοσύνης -και ούτω καθεξής. Η κάθε ιδέα -που, για τον Πλάτωνα, κατ' αντίθεσιν προς τα γήινα, διαρκώς μεταβαλλόμενα, αντικείμενα και γεγονότα, είναι αδιάπτωτη, αδιάφθορη, αναλλοίωτη, συμπαγής, ενιαία- είναι ο αποκλειστικός τροφοδότης της ύπαρξης των αντίστοιχων αισθητών πραγμάτων. Για παράδειγμα, το τραπέζι που βρίσκεται στο δωμάτιό μου είναι τραπέζι, επειδή παρίσταται σ' αυτό η ιδέα του τραπεζιού' το τραπέζι που υπάρχει στο γραφείο μου είναι τραπέζι, καθόσον παρίσταται σ' αυτό η ιδέα του τραπεζιού' το τραπέζι του γείτονά μου είναι τραπέζι, γιατί παρίσταται σ' αυτό η ιδέα του τραπεζιού -και ούτω καθεξής με όλα τα τραπέζια που υπάρχουν πάνω στην γη: η παρουσία της ιδέας του τραπεζιού, που δεν μπορούμε να την δούμε, να την ακούσομε, να την αγγίξομε, να την παρατηρήσομε με τις αισθήσεις μας, κάνει το κάθε τραπέζι να είναι τραπέζι. Αν από το τραπέζι αυτό που βλέπω τώρα απέναντί μου απουσίαζε η ιδέα του τραπεζιού, αυτό δεν θα ήταν τραπέζι -θα ήταν καρέκλα, κρεβάτι ή κάτι άλλο, ανάλογα με το ποια ιδέα θα παρίστατο στο αντικείμενο αυτό' κι αν δεν παρίστατο σ' αυτό καμιά ιδέα, το αντικείμενο αυτό δεν θα υπήρχε καθόλου. Ό,τι υπάρχει στην πραγματικότητα είναι οι ιδέες, ενώ τα αισθητά πράγματα δεν είναι παρά αντίγραφα των ιδεών, είδωλα του καθρέφτη, ανύπαρκτα από μόνα τους. Το τραπέζι που το βλέπω, που το αγγίζω, που το ακούω και πονάω το χέρι μου όταν το κτυπήσω, δεν υπάρχει, ενώ υπάρχει πράγματι η ιδέα του τραπεζιού, που δεν την βλέπω, που δεν την ακούω, που δεν την αγγίζω, αλλά μπορώ μόνο να την φανταστώ. Η άποψη αυτή του Πλάτωνος, ασφαλώς, προκαλεί τον κοινό νου, είναι, για τον τρόπο που έχομε συνηθίσει να σκεφτόμαστε, ένα σκάνδαλο, μια παραδοξολογία. Όμως, οι φιλόσοφοι, όπως είπα και στον Πρόλογο, καταγίνονται με το ανοίκειο. Η φιλοσοφία είναι από την φύση της σκανδαλώδης και, γι' αυτό, αν θέλει ν' ασχοληθεί κανείς μαζί της, οφείλει πρωτίστως να εξοικειωθεί με τις παραδοξολογϊες της -χωρίς τούτο να σημαίνει, βέβαια, ότι είναι υποχρεωμένος να ενστερνιστεί κάθε φιλοσοφική παραδοξολογία. Το ζήτημα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι να βρούμε πώς οδηγήθηκε ο Πλάτων στην ανατρεπτική αυτή αντίληψη για την πραγματικότητα και, αναλόγως, να την αποδεχθούμε ή να την αποποιηθούμε.
Η θεωρία του Πλάτωνος για τις ιδέες προβλήθηκε από μελετητές του σαν μια προσπάθεια ερμηνείας των γενικών όρων που χρησιμοποιούμε όταν εκφραζόμαστε. Η γλώσσα περιλαμβάνει αφ' ενός μεν επιμέρους, αφετέρου δε γενικούς όρους. Οι επιμέρους όροι είναι λέξεις και εκφράσεις που μεταχειριζόμαστε για να δηλώσομε συγκεκριμένα πράγματα. Για παράδειγμα, όταν θέλω ν' αναφερθώ στο άγαλμα αυτό που βρίσκεται απέναντί μου, χρησιμοποιώ, δείχνοντάς το ενδεχομένως, την επιμέρους έκφραση «το άγαλμα αυτό». Οι γενικοί όροι, αντιθέτως, υπερβαίνουν τα συγκεκριμένα αντικείμενα με τα οποία τους συναρτούμε. Όταν, παραδείγματος χάριν, λέω «το άγαλμα αυτό είναι λευκό», ο όρος «λευκό» δεν περιορίζεται στο άγαλμα αυτό λευκό είναι και το χιόνι, λευκό είναι και το βαμβάκι, λευκό είναι και το γάλα και χίλια δυο άλλα πράγματα. Έτσι, ο όρος «λευκό», αν σημαίνει κάτι, σημαίνει κάτι που δεν είναι το λευκό άγαλμα, το λευκό χιόνι ή το λευκό γάλα, αλλά κάτι γενικό -μια παγκόσμια, καθολική λευκότητα. Το ερώτημα είναι: πού υπάρχει η καθολική λευκότητα, που δηλώνεται με τον όρο «λευκό»; Κατ' αντίθεσιν προς τα συγκεκριμένα πράγματα, που δηλώνονται με τις επιμέρους λέξεις ή εκφράσεις, δεν μπορούμε πουθενά στον κόσμο να παρατηρήσομε την λευκότητα και οποιαδήποτε άλλη καθολική οντότητα που δηλώνεται με τον αντίστοιχο γενικό όρο. Πώς, εν τοιαύτη περιπτώσει, δικαιολογούμεθα να μεταχειριζόμαστε στην γλώσσα μας τους γενικούς όρους, όταν οι τελευταίοι αυτοί δηλώνουν οντότητες των οποίων την ύπαρξη κανένας από μας ποτέ δεν έχει επισημάνει. Μια λύση θα ήταν, ίσως, ν' αποβάλομε από την γλώσσα την χρήση των γενικών όρων. Αλλά, όπως ανέφερα και πιο πάνω, η γλώσσα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς γενικούς όρους. Πώς μπορεί να δικαιολογηθούν, λοιπόν, το νόημα, η χρήση και η αναγκαιότητα των γενικών όρων; Το πρόβλημα επεσήμανε με οξυδέρκεια ο Πλάτων -ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που το είδε και προσπάθησε να το αντιμετωπίσει, ασχέτως αν η λύση που πρότεινε επικρίθηκε από μεταγενέστερους φιλοσόφους με πρώτο και καλύτερο, όπως θα δούμε παρακάτω, τον μαθητή του Αριστοτέλη. Κατά τον Πλάτωνα, λοιπόν, οι γενικοί όροι -«λευκό», «δίκαιο», «μεγάλο» κ.ά.- έχουν νόημα, καθόσον αναφέρονται σε καθολικές οντότητες, οι οποίες πράγματι δεν υπάρχουν μέσα στον επίγειο κόσμο μας και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να συγχέονται με τα συγκεκριμένα αισθητά πράγματα. Η λευκότητα, που αποδίδομε στο άγαλμα απέναντί μας, όταν λέμε ότι «το άγαλμα αυτό είναι λευκό», δεν γεννήθηκ ε μόλις κατασκευάστηκε το άγαλμα αυτό, ούτε και θα εξαλειφθεί μόλις καταστραφεί το άγαλμα αυτό. Μπορεί να χαθούν από την γη όλα τα λευκά αγάλματα και όλα τ' άλλα λευκά πράγματα που παρατηρούμε γύρω μας, η λευκότητα, όμως, θα εξακολουθεί να υπάρχει αμείωτη. Και τούτο, γιατί η λευκότητα δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο και τον χώρο, όπου υπάρχουν το λευκό άγαλμα, το λευκό βαμβάκι, το χιόνι και τ' άλλα αισθητά πράγματα, ώστε οποιαδήποτε αλλοίωση ήθελε επέλθει σ' αυτά να επηρεάζει την δική της υπόσταση. Η λευκότητα, όπως και κάθε άλλη καθολική οντότητα, είναι αιώνια και, ως εκ τούτου, υπάρχει έξω από τον γήινο κόσμο, κάπου στον ουρανό. Οι καθολικές οντότητες, στις οποίες αναφέρονται οι γενικοί όροι, κατά τον Πλάτωνα, είναι οι ιδέες.»
[1] Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ν. (1998) Οι πέντε εποχές της Φιλοσοφίας, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα